εριουργείο

το (Α ἐριουργεῑον) [εριουργός]
νεοελλ.
εργοστάσιο κατασκευής μάλλινων υφασμάτων
αρχ.
κατάστημα, εργαστήριο κατεργασίας μαλλιών.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εριουργείο — το 1. κατάστημα επεξεργασίας μαλλιών. 2. εργοστάσιο μάλλινων υφασμάτων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ιστεών — ἱστεών, ὁ (Α) [ιστός] εριουργείο …   Dictionary of Greek

  • μαλλί — Κοινή ονομασία για το έριο, υφαντική ίνα η οποία λαμβάνεται κυρίως από το τρίχωμα του προβάτου, αλλά και άλλων μηρυκαστικών θηλαστικών όπως το μ. αλπακά, βικούνιας, λάμας, καμήλας, καθώς και το μ. μοχέρ (από την capra angorensis) και κασμίρ (από… …   Dictionary of Greek

  • στασιαστής — ο, ΝΜΑ [στασιάζω] άτομο που υποκινεί σε στάση, που ξεσηκώνει άλλους σε ανταρσία νεοελλ. άτομο που μετέχει σε στασιαστικό κίνημα αρχ. ζυγιστής σε εριουργείο …   Dictionary of Greek

  • ταλάσιον — τὸ, Μ [ταλασία] εριουργείο …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.